Το μίσος ως οδηγός | Του Θ. Μαρινόπουλου

Τα τελευταία δεκατρία χρόνια εισέβαλε, με πολύ έντονο τρόπο, στην πολιτική σκηνή της χώρας το «μίσος».

Μίσος απέναντι στους πολιτικούς σαν πρόσωπα, στην πολιτική σαν θεσμό, στους «ξένους», στους «διαφορετικούς»,  μίσος απέναντι σε όλους και σε όλα. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει το σύνθημα της πλατείας «να καεί, να καεί το… η βουλή».

Το «μετά» δεν τους απασχολούσε, αρκεί να γίνονταν όλα στάχτη και να στηνόταν οι κρεμάλες για τους ενόχους που δίκασε και καταδίκασε ο «όχλος». Δυστυχώς τροφή στην ανάπτυξη του φαινομένου έδωσαν και δημοκρατικές δυνάμεις που «επένδυσαν» στο λαϊκισμό. Το μίσος δεν δίνει λύσεις, δεν βοηθά πουθενά και σε τίποτα. Η Αθήνα και η αρχαία Ελλάδα μεγαλούργησε σε όλους τους τομείς με την δημοκρατία. Το ίδιο και τα σύγχρονα κράτη με τους δημοκρατικούς θεσμούς, παρά τα όποια «ελαττώματα» τους.

Προχωρά ο κόσμος… Που και που έχει «πισωγυρίσματα», αλλά προχωρά! Θύλακες του «μίσους» υπάρχουν παντού, δυστυχώς και στο νησί μας… αλλά και μέσα στα «κοινά». Άνθρωποι που μισούν κάθε τι και αδυνατούν να κάνουν «υγιείς» συλλογισμούς και αποτιμήσεις των θετικών και των αρνητικών.

Η γραφή τους και η ομιλία τους, ένα μόνιμο «κήρυγμα μίσους» που δυστυχώς παρασύρει κάποιους συμπολίτες μας. Κουνούν το δάκτυλο στους άλλους και αποφεύγουν να κοιταχτούν στον καθρέφτη. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι κολλημένοι στα πληκτρολόγια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με ασύντακτους αλαλαγμούς και πρωτόγονα ένστικτα. Άλλοτε εθνικιστικές κορώνες, άλλοτε εύκολη και ατεκμηρίωτη κριτική της πρόσφατης ιστορίας του τόπου, δημιουργούν τοξικό κλίμα που δεν υπήρχε σε άλλες περιόδους .

Όλα αυτά βέβαια δηλώνουν πάντα άγνοια και ανυπαρξία «σοβαρών» θέσεων και προτάσεων. Τα κενά δοχεία ηχούν περισσότερο ή λαϊκά οι άδειοι ντενεκέδες κάνουν πιο πολύ θόρυβο. Εσχάτως με την ανοχή, την αδιαφορία της δημοτικής αρχής ή ακόμη και με την επίκληση της «νομιμότητας» που «ατυχώς» προσυπέγραψε ο δήμαρχος, αιτήθηκαν την συμμετοχή τους στις εκδηλώσεις εθνικής εορτής.

Ευτυχώς υπήρξαν αντιδράσεις και από την παράταξη της Λαϊκής Συσπείρωσης, αλλά κυρίως από πολλούς συμπολίτες μας που «ακύρωσαν» τα όποια σχέδια των «υμνητών του μίσους». Η προσοχή μας όμως πρέπει να είναι συνεχής και δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να επαναληφθούν τα λάθη των τοπικών παραγόντων. Σε τέτοια ζητήματα η οποιαδήποτε «καλή θέληση» εκλαμβάνεται ως αδυναμία και είναι σφάλμα. Ακόμη και ο διάλογος σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι κατακριτέος.

Έχει άλλωστε πολύ σωστά ειπωθεί, «με τον φασισμό δεν συζητάς… τον πολεμάς». Θα μπορούσε να λεχθεί το ίδιο και για… τη βλακεία; Έχουν «συγγένεια» ο φασισμός και η βλακεία;

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ